πρεσβευτική

πρεσβευτικός
of
fem nom/voc sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • πρεσβευτικός — ἡ, ὁ / πρεσβευτικός, ή, όν, ΝΑ [πρεσβευτής] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον πρεσβευτή ή στην πρεσβεία (α. «πρεσβευτικό διάβημα» β. «πρεσβευτική διάσκεψη» «κατά τοὺς πρεσβευτικοὺς ἀγώνας», Πολ.). επίρρ... πρεσβευτικώς / πρεσβευτικῶς ΝΑ κατά… …   Dictionary of Greek

  • πρόξενος — Άμισθος ή έμμισθος κρατικός υπάλληλος, ο οποίος εδρεύει μόνιμα στο έδαφος αλλοδαπού κράτους, με τη συγκατάθεση του τελευταίου, και έχει ως αποστολή να εξυπηρετεί τα συμφέροντα ή να διεκπεραιώνει υποθέσεις των πολιτών του κράτους που εκπροσωπεί ή… …   Dictionary of Greek

  • χιμάρα — I Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 380 μ.), στην πρώην επαρχία Γυθείου, του νομού Λακωνίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πυρρίχου (12 τ. χλμ.) και βρίσκεται NΔ του Γυθείου. II Κωμόπολη και επαρχία της Βόρειας Ηπείρου, κέντρο χριστιανικών και… …   Dictionary of Greek

  • Δάντης — (Φλωρεντία 1265 – Ραβένα 1321). Εξελληνισμένος τύπος του ονόματος του Ιταλού ποιητή Ντάντε Αλιγκέρι (Dante Alighieri). Ο Δ. υπήρξε από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και συγκαταλέγεται ανάμεσα σε εκείνους τους… …   Dictionary of Greek

  • Χιλιόδεντρο — I αυτό της Φλωρεντίας επιδίκασε την περιοχή στο νεοσύστατο βασίλειο της Αλβανίας. Στην τροπή αυτή των γεγονότων, αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η Ιταλία, που έστειλε και στρατό στην περιοχή. Έπειτα από μια μικρή περίοδο ελληνικής αυτόνομης διοίκησης (8 …   Dictionary of Greek

  • πρεσβευτικός — ή, ό αυτός που ανήκει η αναφέρεται στον πρεσβευτή: Πρεσβευτική διάσκεψη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.